Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

Οδοιπορικό στην καμένη γη της Μεγαλόπολης

Εννέα μήνες πέρασαν από τη μεγάλη καταστροφή που υπέστη η περιοχή της Μεγαλόπολης από τις πυρκαγιές του Αυγούστου. Ένα μεγάλο οδοιπορικό στην καμένη γη του Δήμου Μεγαλόπολης και των Δήμων Φαλαισίας και Γόρτυνος για να παρουσιάσει και να αναδείξει τα προβλήματά τους πραγματοποίησε η Χριστίνα Παπασταθοπούλου και ο φωτογράφος Σπύρος Τσακίρης για την εφημερίδα "Ελευθεροτυπία".
Ας ξεκινήσουμε την παρουσίαση με τις εμπειρίες μέσα από τα μάτια και τις ζωγραφιές μικρών παιδιών από το Δημοτικό Σχολείο Λεονταρίου, όπως τα περιγράφουν οι δασκάλες τους.
.
.
ΑΡΚΑΔΙΑ: 9 μήνες μετά στα καμένα
.
Οι φονικές πυρκαγιές του περασμένου καλοκαιριού δεν στέρησαν μόνο ζωές, δεν έκαναν κακό μόνο στα δάση, στις καλλιέργειες και στις περιουσίες εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, πλήγωσαν και τις καρδιές πολλών μικρών παιδιών που είχαν την ατυχία να ζουν στις περιοχές όπου έγινε η πρωτοφανής καταστροφή.
.
Σβήνουν οι φωτιές στις παιδικές ψυχές

Οι περσινές καταστροφικές πυρκαγιές άφησαν τα σημάδια τους και στις παιδικές ψυχές. Το μαύρο χρώμα κυριαρχούσε -τουλάχιστον τους πρώτους μήνες- στις ζωγραφιές των παιδιών. Σήμερα ξαναβρίσκουν την ηρεμία τους και το χαμόγελό τους.
Είδαν τη φωτιά να κατακαίει τα σπίτια τους και τα ζώα τους, να αφανίζει το πράσινο από τα γειτονικά τους δάση, από τα χωράφια τους, από τις αυλές τους. Μια καταστροφή, που τα αθώα παιδικά μυαλά δεν μπόρεσαν να την εξηγήσουν, δεν κατάφεραν να τη συνειδητοποιήσουν και μερικά από αυτά τρόμαξαν, φοβήθηκαν πολύ. Υπήρχαν παιδιά που για μήνες μετά έβλεπαν καπνό, έστω κι αν αυτός έβγαινε από το τζάκι τους, και πανικοβάλλονταν. Αλλα πάλι, όταν τους ζητούσαν οι δασκάλες τους να ζωγραφίσουν, έφτιαχναν ζωγραφιές κατάμαυρες, χωρίς να έχουν μέσα κανένα απολύτως χρώμα.
Σήμερα, εννέα μήνες ύστερα από εκείνη την καταστροφή, με τη βοήθεια των δασκάλων τους, αλλά και ειδικών σε κάποιες περιπτώσεις, τα παιδιά σιγά σιγά ξαναβρίσκουν το χαμόγελό τους, την ελπίδα τους, την ηρεμία τους, ξαναγίνονται και πάλι παιδιά.
Για τους εννέα αυτούς δύσκολους μήνες που βίωσαν οι 20 μαθητές και μαθήτριες στο Δημοτικό Σχολείο Λεονταρίου Φαλαισίας Αρκαδίας μάς μίλησαν δύο δασκάλες τους, που τοποθετήθηκαν φέτος ως αναπληρώτριες στην πυρόπληκτη περιοχή του Λεονταρίου.
Η Ελσα Πλούμπη, που είναι και διευθύντρια στο σχολείο, θυμάται ότι στην αρχή τα παιδιά ήθελαν να συζητούν συνέχεια για τις πυρκαγιές. Ελεγαν και ρωτούσαν μονίμως τα ίδια πράγματα και όλες οι συζητήσεις περιστρέφονταν γύρω από αυτό το γεγονός. Τις πρώτες μέρες είχαν έναν απίστευτο φόβο μέσα τους, ο οποίος στη συνέχεια είχε να κάνει και με τις πλημμύρες, γιατί η περιοχή δύο μήνες μετά τις πυρκαγιές υπέστη και σοβαρές καταστροφές από ισχυρές βροχοπτώσεις.
Τώρα όμως, όπως αναφέρει η δασκάλα, τα παιδιά ξαναβρίσκουν και πάλι τους ρυθμούς τους. Ακόμα και να βρέξει δυνατά ή οτιδήποτε άλλο συμβεί, δεν φοβούνται. Και το πιο σημαντικό είναι ότι όλα πλέον έχουν μέσα τους ελπίδα για το πότε θα ξαναμεγαλώσουν τα δέντρα. Αρχίζουν και μετρούν σε ποιο ύψος βρίσκονται, αγωνιούν για το πότε θα ψηλώσουν και περιμένουν με λαχτάρα να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν από τις φωτιές.
Τα παιδιά βίωσαν τον μεγάλο φόβο και πλέον δεν τα τρομάζει τίποτα, υποστηρίζει η νεαρή δασκάλα· εξάλλου, ένα περιστατικό που συνέβη στην τάξη της πρόσφατα, την έκανε να το συνειδητοποιήσει, αν και -όπως λέει- της το είχε επισημάνει ένας γονιός, αλλά η ίδια δεν το πίστευε:«Ξαφνικά είδα τα παιδιά να μπαίνουν στην τάξη και να κρατούν στα χέρια τους ένα ζωντανό φίδι. Το έπιασαν έξω από το σχολείο μ' ένα ξύλο, το πήραν και το έφεραν μέσα στην τάξη. Το κοιτούσαν, γελούσαν, έπαιζαν μαζί του και κανένα από αυτά δεν φοβόταν. Δεν ένιωθαν κανένα κίνδυνο».
Δύο είναι τα περιστατικά που θυμάται από τους μαθητές της η δασκάλα Εβελίνα Μπεσή. Το πρώτο συνέβη λίγο μετά τις φωτιές, όταν ένα παιδάκι πήρε ένα κομμάτι κάρβουνο και της ζωγράφισε με φλόγες το εξωτερικό μέρος του αυτοκινήτου, το οποίο είχε αγοράσει πριν λίγες μέρες. Οταν το ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, της είπε: «Ετσι, ήθελα να ζωγραφίσω». Είναι γεγονός, όπως τονίζει η δασκάλα, ότι τις πρώτες μέρες που άνοιξε το σχολείο, επειδή όλα γύρω γύρω ήταν καμένα, τα παιδιά ήταν συνεχώς μουτζουρωμένα, έπαιζαν με καμένα ξυλαράκια και στα χέρια τους είχαν μονίμως ένα κομμάτι κάρβουνο.
Πρόσφατα έκανε μια συζήτηση με τους μαθητές της για το πρόβλημα του νερού στον πλανήτη. Τους είπε λοιπόν, ότι πρέπει να βοηθήσουν τον κόσμο να μην καταστραφεί και τους εξήγησε ότι τώρα που δεν έχουμε και βενζίνη (σ.σ. τότε γίνονταν οι απεργίες) θα πρέπει να ξαναγυρίσουμε στα ζώα, όπως ήταν παλιά· οπότε δυο παιδάκια, με φοβερό παράπονο, της λένε: «Κυρία εμάς μας κάηκαν όλα τα ζώα, δεν έχουμε ούτε το άλογό μας, ούτε τον γάιδαρό μας, δεν έχουμε τίποτα πια».

Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 07/06/2008
.
.
.
ΔΗΜΟΣ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗΣ: Είναι όλα μαύρα


Οι «πληγές» που υπήρχαν στο λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης μεγάλωσαν από τις πυρκαγιές του περασμένου Αυγούστου, με κίνδυνο να μην κλείσουν ποτέ. Οι φωτιές κατέστρεψαν ό,τι πιο όμορφο και υγιεινό υπήρχε στην περιοχή
.
Το πράσινο για τη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας και τα 30 χωριά της ήταν ανάσα ζωής. Τα δάση των βουνών της, οξυγόνο για τους κατοίκους της. Τα δέντρα και η πυκνή βλάστηση στα οροπέδιά της, πολύτιμες οάσεις. Γιατί οι άνθρωποι που ζουν εκεί δεκάδες χρόνια, τώρα ξυπνούν και κοιμούνται συντροφιά με τους ρύπους, τη σκόνη και τα αέρια από τα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ. Γιατί το λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης είναι γνωστό από εκείνα τα τεράστια φουγάρα που αντικρίζεις από ψηλά μόλις έρχεσαι από την Τρίπολη και τον μαύρο πυκνό καπνό που υψώνεται απειλητικός στον ουρανό. Γιατί οι ειδικοί μιλούν εδώ και χρόνια για ένα επιβαρημένο περιβαλλοντικό τοπίο, που έχει πληγωθεί από τις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Πληγές που μεγάλωσαν με κίνδυνο να μην κλείσουν ποτέ τον περασμένο Αύγουστο, όταν οι καταστροφικές πυρκαγιές αφάνισαν ό,τι όμορφο, ό,τι υγιεινό, ό,τι ανθρώπινο υπήρχε σ' αυτή την περιοχή. Χιλιάδες στρέμματα από το πολύτιμο πράσινο αφανίστηκαν, δημιουργώντας στους κατοίκους ανασφάλεια, προβληματισμό και μελαγχολία.
Η φωτιά στη Μεγαλόπολη έφτασε από το Δήμο Βαλτετσίου και τη Δόριζα το Σάββατο 25 Αυγούστου. Οι κάτοικοι έζησαν τραγικές στιγμές που, όπως λένε, δεν θα τις ξεχάσουν όσα χρόνια και αν περάσουν. Εκαψε ό,τι βρήκε μπροστά της. Απείλησε την ίδια την πόλη, αλλά και το εργοστάσιο της ΔΕΗ. Από τα 30 δημοτικά διαμερίσματα επλήγησαν τα 20. Τρεις άνθρωποι βρήκαν τραγικό θάνατο στις φλόγες, 70 σπίτια καταστράφηκαν, 1.000 ζώα, τα περισσότερα αιγοπρόβατα και άγνωστος αριθμός κουνελιών και πουλερικών, κάηκαν, τεράστιες εκτάσεις καλλιεργειών με ελιές και άλλα οπωροφόρα δένδρα έγιναν στάχτη και πάνω από εκατό χιλιάδες στρέμματα δάσους αφανίστηκαν.
Και σε αυτόν τον πυρόπληκτο δήμο η κατάσταση είναι περίπου όπως και στους άλλους. Τίποτα ουσιαστικό δεν έχει γίνει ακόμα, κανένα έργο υποδομής δεν έχει ξεκινήσει, παραγωγοί και κτηνοτρόφοι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα πολύ σοβαρά προβλήματα που έχουν προκύψει μετά τις πυρκαγιές και οι αναδασώσεις έχουν μείνει στις μελέτες.
Ενα από τα 30 χωριά του Δήμου Μεγαλόπολης που επλήγησαν από τις φωτιές είναι και οι Χειράδες. Περίπου 15 χιλιόμετρα από την πόλη της Μεγαλόπολης, σε υψόμετρο 780 μέτρων, βρίσκεται σκαρφαλωμένο τα χωριό ανάμεσα σε βουνά, που άλλοτε, απ' ό,τι λένε οι κάτοικοί του, ήταν πνιγμένα στο πράσινο. Στη μικρή πλατεία μια ελιά, φυτεμένη πριν από μερικούς μήνες από τα χέρια Γερμανών που ήρθαν να βοηθήσουν. Και απέναντι ακριβώς, ένας επιβλητικός ορεινός όγκος, προστάτης του χωριού μέχρι τον Αύγουστο από βροχές και κατολισθήσεις, που στις πλαγιές του υπήρχε ένα από τα πιο όμορφα ελατοδάση της χώρας. Καρβουνιασμένα κείτονται σήμερα τα έλατα μαζί με τα χιλιάδες άλλα δέντρα.
Οι Χειράδες σώθηκαν και δεν κάηκαν σπίτια και άνθρωποι, γιατί έμειναν πίσω 20 νέοι του χωριού και βοήθησαν. Το ίδιο έκανε και ο κ. Χρήστος Αποστολόπουλος, 74 χρόνων, ο οποίος τσακώθηκε και ξέφυγε από τους αστυνομικούς, που, όταν οι φλόγες πλησίαζαν απειλητικά το χωριό, έδιωχναν τον κόσμο. Ο κ. Χρήστος έδωσε μια μάχη σκληρή για να σώσει το σπίτι του και επειδή νερό δεν υπήρχε, το κρασί ήταν η μοναδική του λύση.
«Η φωτιά κατέβαινε από το βουνό, είχε μπει στο σπίτι από τον απορροφητήρα της κουζίνας. Μ' έπιασε τρέλα, δεν ήξερα τι να κάνω. Βουτάω κι εγώ το κρασί, το βάζω σε μια ραντιστική μηχανή που την είχα για τ' αμπέλια, ρίχνω μέσα 25 κιλά και έτσι γλίτωσα το σπίτι μου», λέει ο κ. Χρήστος, συνταξιούχος της ΔΕΗ, που στις φωτιές του Αυγούστου ανάμεσα σ' όλα τ' άλλα του κάηκε και ο ένας του γάιδαρος.
Τώρα η μέρα για τον κ. Χρήστο και τη γυναίκα του, την κ. Χριστίνα, περνάει δύσκολα. Τους κάηκαν 300 ρίζες ελιές, συκιές, καρυδιές, αμπέλια. Τους έχουν μείνει 10 γίδες και ένα γαϊδούρι. Περιμένουν τους γεωπόνους του ΕΛΓΑ για να τους πουν τι να κάνουν με τα δένδρα. Παρ' όλα αυτά, η αξιοπρέπειά τους και η περηφάνια τους είναι χαρακτηριστικές: «Τι να κάνουμε, παιδάκι μου. Εμείς κουτσά-στραβά τα βγάζουμε πέρα. Μας έδωσε και η ΔΕΗ έναν μισθό παραπάνω, άλλοι είναι χειρότερα από μας. Αυτή η μαυρίλα να μην υπήρχε πάνω από το κεφάλι μας και όλα καλά θα ήταν», λένε οι δύο ηλικιωμένοι, που πέρασαν όλα τα χρόνια της ζωής τους στις Χειράδες, απέκτησαν τρία παιδιά και ούτε κουβέντα δεν θέλουν ν' ακούσουν για να εγκαταλείψουν το χωριό τους.
Τεράστια η καταστροφή που έπαθε και το μικρό χωριό Σούλι. Πάνω από 5.000 ελιές έγιναν στάχτη, αποθήκες, στάβλοι, ζώα, αλλά το χειρότερο απ' όλα είναι ότι το Σούλι θρηνεί έναν άνθρωπό του. Τον 75χρονο Γιώργο Δρακόπουλο, που κάηκε στην προσπάθειά του να σώσει το σπίτι του. Συναντήσαμε τη γυναίκα του, την κ. Δήμητρα, η οποία, 9 μήνες μετά τον τραγικό θάνατο του άνδρα της, ακόμα δεν έχει πάρει τη σύνταξή του. Μαυροντυμένη, φιλόξενη, ευπρεπής, θυμάται: «Η φωτιά κατέβαινε προς το χωριό. Η κάπνα μας έπνιξε, δεν βλέπαμε τίποτα. Μαζευτήκαμε όλοι σ' ένα άνοιγμα. Κάποια στιγμή έχασα τον άνδρα μου. Αρχισα να φωνάζω: "Γιώργο, Γιώργο", αλλά απάντηση δεν έπαιρνα. Ξαναγύρισα σπίτι. Μπήκα σε όλα τα δωμάτια, έψαξα παντού, φώναξα, τίποτα. Με τα χίλια ζόρια έφυγα. Δεν φαινόταν. Σκοτάδι. Η φωτιά μπήκε στο χωριό. Φεύγοντας έλεγα: "Πάει, θα καεί ζωντανός"».
Την επόμενη μέρα οι συγχωριανοί του τον βρήκαν κουλουριασμένο και καμένο στο πίσω μέρος του σπιτιού του. Δίπλα του, καμένο και αυτό, το λάστιχο με το οποίο είχε προσπαθήσει να σβήσει τη φωτιά. Το σπίτι, όπως και το σκυλί, που ήταν δεμένο, δεν έπαθαν απολύτως τίποτα.
«Πήρα στην αρχή 10.000 και 3.000 ευρώ και από τότε τίποτα. Ούτε η σύνταξη δεν έχει βγει ακόμα. Ολο αυτό τον καιρό παίρνω 100 ευρώ το μήνα από τον ΟΓΑ και είμαι και άρρωστη», λέει η κ. Δήμητρα, και για πρώτη φορά μετά από 'κείνη την εφιαλτική μέρα ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της, που οδηγεί στο εξωτερικό μέρος, εκεί όπου εγκλωβίστηκε ο άνδρας της και κάηκε. Η ίδια δεν βγαίνει έξω. Ποτέ δεν έχει βγει από τότε, όπως ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει πάει στα χωράφια που της κάηκαν. «Δεν θέλω να ξέρω πού τον βρήκαν. Δεν θέλω να δω τίποτα», μας λέει και, παρά τον πόνο της και τα προβλήματά της, τρέχει για να μας κεράσει ό,τι καλό έχει στο απλό χωριάτικο σπίτι της, το σπίτι που αγάπησε πολύ και που για χάρη του εγκλωβίστηκε στις φλόγες ο επί πενήντα χρόνια σύντροφός της.
Φρουρός στην είσοδο του χωριού, ένας τεράστιος πλάτανος, που τον φύτεψε ένας Σουλιώτης πριν από 110 χρόνια. Δεν γλίτωσε ούτε αυτός από τη μανία της πύρινης λαίλαπας. Δεν κατάφεραν να τον σώσουν. Και τώρα κάθε μέρα οι κάτοικοι του Σουλίου πηγαίνουν, στέκονται δίπλα του και ψάχνουν γύρω γύρω από τον κορμό και τα καμένα κλαδιά του να δουν μήπως έχει πετάξει κανένα βλασταράκι. Ελπίδα αναζητούν οι άνθρωποι...
.

Με 25 κιλά κρασί που έβαλε σε μια ραντιστική μηχανή γλίτωσε το σπίτι του στις Χειράδες ο κ. Χρήστος Αποστολόπουλος
.

«Κουτσά-στραβά τα βγάζουμε πέρα. Αυτή η μαυρίλα να μην υπήρχε πάνω από το κεφάλι μας, θα ήταν καλύτερα», λέει η κ. Χριστίνα Αποστολοπούλου, κάτοικος Χειράδων Μεγαλόπολης
.
ΠΑΝ. ΜΠΟΥΡΑΣ, ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗΣ:
«Θα παλέψουμε. Η ζωή εδώ πρέπει να συνεχιστεί»


Τους φόβους του για εσωτερική μετανάστευση εκφράζει ο δήμαρχος Μεγαλόπολης, Παναγιώτης Μπούρας
.
«Είμαστε αποφασισμένοι να διεκδικήσουμε αυτά που μας χρωστά η Πολιτεία. Η ζωή των ανθρώπων εδώ πρέπει να συνεχιστεί και μετά τον λιγνίτη και μετά τις πυρκαγιές. Θα παλέψουμε για να βελτιώσουμε το περιβάλλον από τις καταστροφές που υπέστη και από τις πυρκαγιές και από τους λιγνιτικούς σταθμούς».
Αυτά τονίζει ο δήμαρχος Μεγαλόπολης Παναγιώτης Μπούρας επισημαίνει πως εννέα μήνες μετά τις πυρκαγιές του Αυγούστου τίποτε ουσιαστικά δεν έχει προχωρήσει στον δήμο του και εκφράζει το φόβο του για φαινόμενα εσωτερικής μετανάστευσης.
Δεκάδες τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι του Δήμου Μεγαλόπολης από πέρυσι τον Αύγουστο, αρκετά εκ των οποίων δυστυχώς παραμένουν άλυτα. Είκοσι πέντε άνθρωποι ζουν σε λυόμενα, ελάχιστοι είναι αυτοί που έχουν ξεκινήσει να κατασκευάζουν τα καμένα σπίτια τους και, σύμφωνα με τον δήμαρχο, οι καθυστερήσεις αυτές οφείλονται στη δυσκινησία της Πολιτείας και στο φόρτο εργασίας των μηχανικών, που έχει ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση έκδοσης των αδειών. Οσον αφορά, δε, την αποκατάσταση στις κτηνοτροφικές μονάδες και στους χώρους σταβλισμού, η καθυστέρηση είναι πολύ μεγαλύτερη, αφού σε μερικές περιπτώσεις δεν έχει γίνει ούτε η δεύτερη αξιολόγηση. Οι κτηνοτρόφοι αναγκάστηκαν να κάνουν μόνοι τους πρόχειρες κατασκευές για να στεγάσουν τα ζώα τους, χωρίς την παραμικρή χρηματοδότηση από το κράτος.
«Στον τομέα των καλλιεργειών, όπου οι καταστροφές ήταν τεράστιες, η απόφαση που είχε πάρει η Πολιτεία ήταν μέχρι την άνοιξη να μην επέμβουν καθόλου στα οπωροφόρα δένδρα. Δυστυχώς, όμως, σε πολλά τοπικά διαμερίσματα ακόμα δεν έχει γίνει η δεύτερη αξιολόγηση από τον ΕΛΓΑ. Μερικοί παραγωγοί με δική τους πρωτοβουλία έκοψαν τα δένδρα και κάποιοι άλλοι έκαναν και επαναφυτεύσεις. Αυτή η καθυστέρηση για τους ανθρώπους που η κύρια ενασχόλησή τους ήταν η γεωργία σημαίνει μηδενικό εισόδημα για τα επόμενα πέντε χρόνια, για να μην πω και δέκα. Το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών έχει κάνει μια πολύ αξιόλογη μελέτη για το φυτικό κεφάλαιο, η οποία όμως έχει μείνει στα χαρτιά γιατί δεν υπάρχει χρηματοδότηση για την υλοποίησή της».
Προβλήματα υπάρχουν, όμως, και στον τομέα της κτηνοτροφίας, με πιο σοβαρό, κατά το δήμαρχο, τη βόσκηση των ζώων. Υπάρχουν κοπάδια αιγών που λόγω έλλειψης ζωοτροφών βόσκουν ακόμα και σε απαγορευμένες δασικές περιοχές που είχαν καεί, με αποτέλεσμα ό,τι πετάει να καταστρέφεται. «Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα που θα το βρούμε μπροστά μας γιατί δεν θ' αφήσει τα δάση να ξαναγίνουν. Εδώ χρειάζεται μια ιδιαίτερη πολιτική, ή να αντικατασταθεί το ζωικό αυτό κεφάλαιο με πρόβατα ή να μετακινηθούν τα κοπάδια ή να τροφοδοτούνται με ζωοτροφές».
Ενα άλλο τεράστιο κεφάλαιο για το Δήμο Μεγαλόπολης που υπέστη ανεπανόρθωτες ζημιές είναι ο δασικός πλούτος. Σύμφωνα με το δήμαρχο, ακόμα δεν έχουν γίνει ούτε σοβαρές αντιδιαβρωτικές μελέτες, αλλά ούτε και μελέτες φύτευσης. Ο δήμος με δικιά του πρωτοβουλία και με τη βοήθεια της ΔΕΗ φύτεψε γύρω στα 5.000 δένδρα, ενώ αρκετά έχει φυτέψει και η ίδια η ΔΕΗ στους χώρους της όπου πέρασε η φωτιά. Οσο για το ζήτημα της πυροπροστασίας της περιοχής ο δήμαρχος επισημαίνει: «Μετά την περσινή εμπειρία πιστεύω ότι έχει αλλάξει και η δική μας νοοτροπία. Κανένας σχεδιασμός και καμία οργάνωση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας δεν μπορεί να προλάβει τη φωτιά εάν οι ΟΤΑ δεν είναι συμμέτοχοι στον όλο σχεδιασμό. Εμείς ως δήμος, φέτος, είμαστε περισσότερο έτοιμοι για να αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε κατάσταση. Εχουν γίνει κάποιες συσκέψεις, πιστεύω όμως ότι πρέπει ν' αλλάξει η φιλοσοφία πρόληψης και δασοπυρόσβεσης. Το μοντέλο αυτό έχει αποτύχει».
.
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 26/05/2008
.
.
.
ΔΗΜΟΣ ΦΑΛΑΙΣΙΑΣ: Περιμένουν το αυτονόητο από ένα κράτος ανόητο...
«Δεν στεναχωριέμαι που κάηκε το σπίτι μου, στεναχωριέμαι γιατί δεν πολέμησα να μην καεί» λέει η κ. Φωτεινή Μανιάτη, που σήμερα μένει σε λυόμενο στην Ποταμιά
.
Το όνομά της σημαίνει φωτεινός και καλότυχος τόπος. Τα χωριά της, το ένα πιο όμορφο, πιο παραδοσιακό, πιο γραφικό από τ' άλλο. Ο Ταΰγετος, η αγκαλιά του και οι ορεινοί όγκοι του, η ασφάλειά τους. Η Ιστορία της γραμμένη στα βάθη των αιώνων. Και έμελλε στις σελίδες της να προστεθεί μια μαύρη, κατάμαυρη από την καταστροφή και τον πόνο. Στις 25 Αυγούστου του 2007. Εκείνο το Σάββατο, που η Φαλαισία με τα 28 χωριά της και τους περίπου 1.800 κατοίκους της αντίκρισαν στις αυλές τους, στα σπίτια τους, στα χωράφια τους, τις τεράστιες φλόγες που κατέφταναν από όμορο δήμο. Που δεν σταματούσαν πουθενά και με τίποτα. Που προσπερνούσαν βουνά και χαράδρες, δρόμους και μονοπάτια, ανθρώπους και ζώα, ιστορία και πολιτισμό, ζωή και θάνατο.
Ο Δήμος Φαλαισίας με έδρα το γραφικό Λεοντάρι, στη ΝΔ Αρκαδία, έπαθε μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές πέρυσι το καλοκαίρι. Μέσα σε δυο ώρες περικυκλώθηκε από μια «βεντάλια θανάτου» 120 χιλιομέτρων και μέχρι τις 4 το απόγευμα κάηκαν 14 χωριά. Και όταν ήρθε η ώρα του απολογισμού, κανένας δεν μπορούσε να το πιστέψει. Από τα 28 δημοτικά διαμερίσματα του δήμου, γλίτωσαν μόνο τα τέσσερα. Τα υπόλοιπα 24 έπαθαν σημαντικές ζημιές. Πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, 285 σπίτια, 170 στάβλοι-αποθήκες και 15 εκκλησίες έγιναν στάχτη. Χιλιάδες στρέμματα καλλιεργειών (17.000 με ελιές) καρυδιές, συκιές, αμπέλια καταστράφηκαν. Χιλιάδες ζώα αφανίστηκαν.
Και σαν να μην έφτανε αυτή η βιβλική καταστροφή, ο «καλότυχος» τόπος ξαναχτυπήθηκε. Μετά από περίπου τρεις μήνες, στις 17 Νοεμβρίου, ισχυρές βροχοπτώσεις έπληξαν την περιοχή, προκαλώντας καινούργιες μεγάλες καταστροφές. Σε δρόμους, γεφύρια, καλλιέργειες, έργα υποδομής. Τα καμένα βουνά δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τα ορμητικά νερά της βροχής και αυτά μπήκαν και έπνιξαν τα ήδη «πονεμένα» χωριά και τους ανθρώπους τους. Μόνο σε μια πλατεία ενός χωριού ο δήμος πέταξε 500 κυβικά μέτρα μπάζα που κατέβηκαν και συγκεντρώθηκαν εκεί από τις βροχοπτώσεις.
Και τώρα, εννέα μήνες μετά το πρώτο κτύπημα και πέντε από το δεύτερο, η Φαλαισία και οι άνθρωποί της προσπαθούν να συνέλθουν. Να σκεφτούν τη ζωή τους από 'δω και μετά, να αποφασίσουν για το μέλλον τους. Και παρά τις μεγάλες απώλειες, παρά την ανείπωτη καταστροφή, η περηφάνιά τους και η αξιοπρέπειά τους είναι χαρακτηριστικές. Με δυσκολία λένε τον πόνο τους και αναφέρονται στα προβλήματά τους. Είναι ορατό. Δεν τους αρέσει να κλαίγονται και να επαιτούν. Απλά αναμένουν τα αυτονόητα από την Πολιτεία και το κράτος πρόνοιας, που τουλάχιστον μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχει κάνει αυτά που περίμεναν και ήλπιζαν. Λόγια πολλά, υποσχέσεις άπειρες, ταξίματα καθημερινά. Αλλά τίποτε το χειροπιαστό. Καμιά υπεύθυνη απάντηση στα μεγάλα βιοποριστικά προβλήματα των ανθρώπων αυτών, των βασανισμένων από τη δύσκολη ζωή της υπαίθρου, που είδαν κόπους μιας ζωής να γίνονται στάχτη μέσα σε λίγα λεπτά. Που δεν στεναχωριούνται για ό,τι έχασαν, αλλά κλαίνε γιατί «δεν πολέμησαν για να μην το χάσουν».
Πέντε χιλιόμετρα μετά την έδρα του δήμου, το ιστορικό Λεοντάρι, βρίσκεται η Ποταμιά. Κτισμένη σε μια καταπράσινη άλλοτε περιοχή, κοντά στον παραπόταμο του Αλφειού, τον Ξερίλα. Σ' ένα οικόπεδο έχουν τοποθετηθεί κοντέινερ γι' αυτούς που έχασαν τα σπίτια τους. Λίγο πιο πέρα η μοναδική ταβέρνα του χωριού που γλίτωσε από την πύρινη λαίλαπα, αλλά πλέον υπολειτουργεί, αφού τα Σαββατοκύριακα που η Ποταμιά γέμιζε κόσμο είναι πλέον παρελθόν.
Απογοήτευση
Ο ιδιοκτήτης της, Σταύρος Αθανασόπουλος, επικεφαλής της μειοψηφίας του Δήμου Φαλαισίας, γέννημα-θρέμμα της Ποταμιάς, δηλώνει απογοητευμένος και υποστηρίζει ότι το κράτος ήταν ανύπαρκτο και στην κρίση της φωτιάς και στην κρίση της πλημμύρας: «Ο κόσμος είναι σε απόγνωση. Το μοναδικό εισόδημα που είχαμε εδώ ήταν οι ελιές και εν μέρει η κτηνοτροφία. Στη Φαλαισία χάθηκαν πάνω από 500 τόνοι λάδι. Ούτε το 10% από τις ελιές που κάηκαν δεν θα ξαναπετάξουν. Και ακόμα κανείς δεν έχει έρθει να μας πει τι θα τις κάνουμε: θα τις κόψουμε, θα τις κρατήσουμε; Το κράτος δεν έχει λάβει απολύτως καμία μέριμνα ούτε και για τους κτηνοτρόφους. Τους έδωσε στην αρχή κάποιους καρπούς για να ταΐσουν τα ζώα τους, αλλά από κει και πέρα τίποτα. Αν οι κτηνοτρόφοι αφήσουν τα ζώα έξω για να ανακουφιστούν λίγο οικονομικά, αυτά θα φάνε το καινούργιο βλαστάρι που έχει φυτρώσει στα δάση».
Αλλά δεν είναι μόνο αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι της Φαλαισίας. Το χειρότερο απ' όλα; «Εχει πέσει η ψυχολογία του κόσμου. Αυτοί που έρχονταν από την Αθήνα σταμάτησαν πια να κατεβαίνουν. Οι συνταξιούχοι δεν ξανάρχονται. Αν ήταν 70 χρόνων, πώς να ξανακτίσει και να ξαναφυτέψει; Οι μόνιμοι κάτοικοι, από την άλλη, έχουν εγκαταλείψει αφρεζάριστα τα κτήματά τους. Το χόρτο έχει φτάσει 1,5 μέτρο και ο κίνδυνος της φωτιάς είναι ορατός. Θα έχουμε και πάλι τα ιδια. Καθόμαστε και βλέπουμε τη μαυρίλα πάνω από τα κεφάλια μας και τον κίνδυνο του νερού άμεσα στα σπίτια μας. Τα βράχια εδώ πιο πέρα ήταν έτοιμα να έρθουν κάτω στο δρόμο, να σκοτωθεί ο κόσμος. Καμία σημασία. Στην Ποταμιά έχουν καεί 42-43 σπίτια και έχουν ξεκινήσει να φτιάχνονται μόνο δύο στάβλοι και τρία σπίτια. Ολοι παραπονούνται για καθυστερήσεις. Δεν έχουμε ελπίδα και φως από πουθενά».
Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή το χωριό ζωντάνευε. Ερχονταν κυνηγοί για τον αγριόχοιρο απ' όλη την Ελλάδα, έρχονταν αυτοί που μένουν στην Αθήνα και συντηρούσαν τις ελιές τους, υπήρχε μια κίνηση, γινόταν στα μαγαζιά ένας τζίρος. Τώρα οι άνθρωποι που έχουν επιχειρήσεις έχουν βουλιάξει οικονομικά. Ταβέρνες, παραδοσιακά προϊόντα, ελαιοτριβεία.
Στη μέση μιας καμένης, ολόμαυρης πλαγιάς, που όσοι είχαν την τύχη να την δουν πριν από τις πυρκαγιές του Αυγούστου μιλούσαν για μια μοναδική ομορφιά και ένα καταπράσινο δάσος, βρίσκεται το χωριό Τουρκολέκα, η πατρίδα του ήρωα της επανάστασης Νικηταρά. Οι φωτιές και οι πλημμύρες το αποτελείωσαν. Εκεί έμεναν μέχρι πέρυσι τον Αύγουστο η κυρία Φωτεινή και ο άντρας της ο κ. Γιώργος Μανιάτης. Δυστυχώς όμως, το σπίτι τους αλλά και η περιουσία τους έγιναν στάχτη και έτσι αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σ' ένα από τα λυόμενα που έχουν τοποθετηθεί στην Ποταμιά.
«Τον χειμώνα καλά τα περάσαμε, παιδάκι μου. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα γιατί μέσα κάνει πολλή ζέστη», λέει η κυρία Φωτεινή και τα μάτια της δεν σταματούν να τρέχουν. Τα δάκρυα κυλούν στο αυλακωμένο πρόσωπο της 83χρονης γυναίκας και δεν ξέρεις πώς να την παρηγορήσεις: «Τίποτα δεν προλάβαμε να πάρουμε από το σπίτι μας. Ούτε ένα λουλούδι δεν έμεινε, ούτε ένα σύκο. Μακάρι να είχα καεί και εγώ, θα είχα ησυχάσει. Τι θα κάνω τώρα, καινούργιο νοικοκυριό;» Και όταν της λέμε να μην στεναχωριέται, ισιώνει το μαντίλι στο κεφάλι της και με δυνατή φωνή μας απαντά: «Δεν στεναχωριέμαι που κάηκε το σπίτι, στεναχωριέμαι γιατί δεν πολέμησα να μην καεί. Μας είχαν συγκεντρώσει στο σχολείο, δεν μας άφηναν, αν ήμουν νέα, θα τους είχα ξεφύγει».
Κάηκε το παρελθόν
Δυο χρόνια πριν κλείσει τα 100 ο άντρας της, ο κ. Γιώργος, ξεσπιτώθηκε, βρέθηκε χωρίς ζώα και χωράφια και εδώ και 8 μήνες ζει στο λυόμενο. «Πιο πολύ απ' όλα με πείραξε γιατί μου κάηκαν οι φωτογραφίες μου. Δεν μου έμεινε καμία. Ούτε από τον πόλεμο. Πήρα και εγώ μια από την αδελφή μου και την κρέμασα μέσα στο τροχόσπιτο». Δύσκολα περνά η ώρα στο λυόμενο. Αλλά ο κ. Γιώργος το έχει βρει το κόλπο. Διαβάζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Εξάλλου, είναι το μόνο δώρο που θέλει να του κάνουν. Στοίβα τα βιβλία δίπλα από το το κρεβάτι του, πάνω πάνω ένα του Κάφκα.
«Δεν μας έφταναν οι φωτιές, ήρθαν οι πλημμύρες και μας αποτελείωσαν. Δεν προχωράει τίποτα στο χωριό. Στην αρχή κάτι έγινε», υποστηρίζει ο Φώτης Καρατζαφέρης, ιδιοκτήτης ελαιοτριβείου στην περιοχή, ο οποίος σημειώνει το μέγεθος της καταστροφής. «Στη Φαλαισία έκαναν 400 τόνους λάδι και φέτος έκαναν μόλις 15. Είχαν πει ότι θα αποζημιώσουν για την απώλεια εισοδήματος. Τίποτε δεν έγινε. Φέτος το καλοκαίρι τα πράγματα θα είναι χειρότερα, γιατί μέσα τα χωράφια είναι γεμάτα χορτάρια, δεν έχουν φρεζαριστεί και όταν αυτά ξεραθούν, θα είναι πολύ επικίνδυνα για φωτιά».
.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΟΥΣΕΚΗΣ, ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΦΑΛΑΙΣΙΑΣ:
«Δεν γίνεται κανένα έργο!»

«Πρέπει να δώσουμε απαντήσεις στους ανθρώπους που έχασαν την περιουσία τους για το βιοποριστικό τους πρόβλημα» λέει ο δήμαρχος Φαλαισίας, Γιάννης Φουσέκης
.
«Κανένα απολύτως έργο δεν γίνεται αυτή τη στιγμή στο δήμο, που να έχει σχέση με τις πυρκαγιές ή τις πλημμύρες. Εκείνο που με τρομάζει και με φοβίζει είναι μόνο η πολιτική αμνησία. Να ξεχαστεί δηλαδή το περιστατικό, η συμφορά, και τότε ο δήμος μου, οι άνθρωποί μου αλλά και όλη η πυρόπληκτη περιοχή θα βρεθεί σε δεινή θέση».
Αυτά τονίζει ο δήμαρχος Φαλαισίας Γιάννης Φουσέκης και δηλώνει πως δεν είναι ευχαριστημένος από τη βοήθεια της Πολιτείας μέχρι σήμερα στον πυρόπληκτο δήμο του ενώ όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, επικρατεί ένα παιχνίδι με το χρόνο, επικίνδυνο για την ψυχολογία των ανθρώπων της περιοχής που περιμένουν να δουν έργα που θα τους ανακουφίσουν όχι τόσο πρακτικά, αλλά ψυχολογικά.
«Η αισιοδοξία των ανθρώπων είναι και το μεγάλο τους όπλο για την παραμονή τους στον τόπο τους, αλλά και για την ψυχική τους ηρεμία. Πρέπει να τους δώσουμε απαντήσεις για το βιοποριστικό τους πρόβλημα. Δεν ξέρω μέχρι πότε θα αντέξουν. Δεν γνωρίζω τα όρια της ανοχής τους».
Εξι χρόνια δήμαρχος στη Φαλαισία ο Γ. Φουσέκης, αλλά τώρα τρέχει και δεν φτάνει. Πολλά τα προβλήματα, αμέτρητες οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά παρ' όλα αυτά παραμένει αισιόδοξος, διαφορετικά θα είχε πρόβλημα να λειτουργήσει και να εργαστεί. Εννέα μήνες μετά τις φωτιές, πιστεύει ότι ο δήμος του μπορεί να γίνει καλύτερος, θεωρεί ότι η καταστροφή που υπέστη μπορεί να μετατραπεί σε συγκριτικό πλεονέκτημα και δηλώνει πως θα παλέψει με όλες του τις δυνάμεις για να δημιουργηθεί ένας δήμος πρότυπος, κάτι που όπως λέει δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τη συμβολή και τη συμμετοχή του κράτους.
Τι έχει γίνει από τον Αύγουστο μέχρι σήμερα; Οπως αναφέρει ο ίδιος, το μόνο πρόγραμμα που προχωράει ικανοποιητικά είναι η αποκατάσταση των πυροπλήκτων σε επίπεδο καμένων κατοικιών. Βέβαια και εκεί υπάρχουν προβλήματα, τα οποία ακόμα είναι άλυτα. Οπως η συμμετοχή του πυρόπληκτου στο 50% της αδείας, το οποίο σύμφωνα με το δήμαρχο είναι εξοντωτικό για το βαλάντιο των ανθρώπων που ζουν με τη σύνταξη του ΟΓΑ, το ποσοστό του ΙΚΑ σε κάθε έργο που κάνει ο πυρόπληκτος, οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις εκ μέρους της Πολεοδομίας και του δασαρχείου κ.ά.
Από κει και μετά τα πράγματα είναι στάσιμα. Στον τομέα των έργων υποδομής δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα. Αμέσως μετά τις πυρκαγιές ο δήμος τοποθέτησε κορμοφράγματα, έργο που στοίχισε 45.000 ευρώ και μέχρι σήμερα δεν έχει πάρει ούτε ένα ευρώ.
Στην αναδιάταξη των καλλιεργειών, ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο για να μείνει ο κόσμος στην ύπαιθρο, υπάρχουν πολλά λόγια, ιδέες και εκθέσεις, αλλά και εδώ στην πράξη δεν έχει προχωρήσει τίποτα.
«Εμείς έχουμε θέσει στους φορείς του κράτους την πρότασή μας, η οποία λέει ότι θα πρέπει να δούμε την αναδιάταξη των καλλιεργειών και να πάμε σε καλλιέργειες πιλοτικές, καινοτόμες, βιολογικές, οι οποίες θα δώσουν εισόδημα στον κόσμο τον πρώτο ή το πολύ τον δεύτερο χρόνο. Οπως το σαλιγκάρι, η τρούφα, τα μανιτάρια, το βατόμουρο, τα αρωματικά φυτά, οι φράουλες και βέβαια όλα αυτά παράλληλα με τις παραδοσιακές καλλιέργειες, σεβόμενοι την παράδοση και τις κλιματολογικές συνθήκες. Ασφαλώς και θα φυτέψουμε ελιές, αλλά αυτές θα δώσουν εισόδημα μετά από 7 χρόνια. Εδώ πρέπει κανείς να συνυπολογίσει το μεγάλο μέσο όρο ηλικίας του πληθυσμού του δήμου μας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πια το κουράγιο να φυτέψουν ελαιόδενδρα, όταν ξέρουν ότι ποτέ δεν θα πάρουν καρπό. Γι' αυτό ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει άμεσα».
Οσο για την αναδάσωση της περιοχής, ο δήμαρχος υποστηρίζει ότι θα έπρεπε αυτή την εποχή να έχουν στα χέρια τους τα σχέδια και τις μελέτες για την αναγέννηση του δάσους, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει κάτι χειροπιαστό και δεν γνωρίζει καν εάν το δασαρχείο έχει προχωρήσει σε τέτοιες μελέτες.
Μετά την περυσινή καταστροφή έχει αλλάξει κάτι στο επίπεδο της προληπτικής πυροπροστασίας; Σύμφωνα με τον κ. Φουσέκη υπάρχει μια κινητικότητα σε σχέση με πέρυσι, έχουν κατατεθεί αρκετές προτάσεις από τους δημάρχους, υπάρχει σχέδιο, αλλά το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτό θα μπορέσει να αποτρέψει καταστάσεις παρόμοιες με τις περυσινές. Μέχρι τώρα (σ.σ. η συνέντευξη έγινε στις 15 Μαΐου) δεν έχουμε πάρει ακόμα τα χρήματα για την πυροπροστασία, τα οποία θα είναι διπλάσια από τα περυσινά, δηλαδή γύρω στις 60 χιλιάδες ευρώ. Χρήματα τα οποία δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος των έργων που χρειάζομαι να κάνω στο δήμο μου σε επίπεδο πυροπροστασίας. Εχω να καθαρίσω 500 χιλιόμετρα αγροτικών δρόμων και αντιπυρικές ζώνες. Εχω δύο πυροσβεστικά οχήματα δώρο από τους ομογενείς μας στην Αφρική και για να τα λειτουργήσω πρέπει να έχω καύσιμα, στολές για τους εθελοντές, να προσλάβω εποχικούς υπαλλήλους. Τι να πρωτοκάνω με αυτά τα λεφτά;»
Δύσκολο αναμένεται το καλοκαίρι για τους πυρόπληκτους που μένουν στα λυόμενα στην Ποταμιά Φαλαισίας. Η ζέστη στα κοντέινερ είναι αφόρητη
.
Η φύση αντιστέκεται. Η άνοιξη, παρηγοριά στην ψυχή των πυρόπληκτων κατοίκων
.
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 24/05/2008
.
.
.
ΚΩΝ. ΜΙΧΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ:
«Χειρότερα από πέρυσι αν δεν ληφθούν μέτρα»

«Εάν ο δήμος μου δεν έπαιρνε κάποια χρήματα από ιδιώτες, ακόμα δεν θα είχε αποκαταστήσει τις βλάβες στο δίκτυο ύδρευσης», λέει ο δήμαρχος Γόρτυνος Κων. Μιχόπουλος
.
«Εάν φέτος δεν ληφθούν νωρίς μέτρα πρόληψης, θα έχουμε χειρότερα αποτελέσματα από πέρυσι. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός πρέπει να επιληφθεί του θέματος και να φροντίσει να δοθούν οι ανάλογες πιστώσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση για να προβεί στα απαραίτητα έργα. Μόνο έτσι μπορούμε να διαφυλάξουμε τα κομμάτια του τόπου μας που δεν κάηκαν πέρυσι».
Αυτά τονίζει ο δήμαρχος Γόρτυνος Κ. Μιχόπουλος, επισημαίνει ότι αν ο δήμος του δεν έπαιρνε κάποια χρήματα από ιδιώτες θα ήταν αδύνατον να αποκαταστήσει τις σοβαρές βλάβες στο δίκτυο της ύδρευσης που προκλήθηκαν από τις πυρκαγιές του καλοκαιριού και υπογραμμίζει ότι δεν έχει γίνει απολύτως καμία κίνηση μέχρι σήμερα για να αποκατασταθεί το πανέμορφο φυσικό τοπίο στο φαράγγι του Λούσιου ποταμού, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί η επισκεψιμότητα.
Ο δήμος Γόρτυνος, με έδρα την ιστορική Καρύταινα, που περιλαμβάνει 10 δημοτικά διαμερίσματα και 6 οικισμούς, επλήγη από τις πυρκαγιές του περασμένου Αυγούστου. Απειλήθηκαν και εκκενώθηκαν χωριά του, κινδύνευσε η γραφική Καρύταινα και το φαράγγι του Λούσιου ποταμού. Κάτοικοι και φορείς έδωσαν σκληρή μάχη και κατάφεραν να κρατήσουν τη φωτιά και να μην περάσει το Λούσιο ποταμό και να μπει στο φαράγγι. Τεράστιες εκτάσεις δάσους και καλλιεργειών έγιναν στάχτη.
Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο δήμο, εννέα μήνες μετά, όπως την περιγράφει ο δήμαρχος, είναι ακριβώς η ίδια με τις πρώτες μέρες μετά τη φωτιά. Κανένα πρόβλημα δεν έχει λυθεί, ενώ από την πλευρά της Πολιτείας δεν έχει δοθεί η βοήθεια που οι αρμόδιοί της υποσχέθηκαν στην αρχή.
«Μέχρι σήμερα (σ.σ. η συνέντευξη δόθηκε στις 16 Μαΐου) ο δήμος μου, εκτός από τα 300 χιλιάδες ευρώ που πήρε στην αρχή για τις πρώτες ανάγκες, δεν έχει πάρει ούτε ένα ευρώ ακόμα και για την πρόληψη και για τις ζώνες πυρασφάλειας, με αποτέλεσμα να φτάσουμε ήδη στο καλοκαίρι. Πληροφορηθήκαμε ότι θα δοθούν κάποια χρήματα για πυροπροστασία: αντί για 30.000 ευρώ που παίρναμε τις άλλες χρονιές, φέτος θα δοθούν 60.000 ευρώ. Αντιλαμβάνεσθε λοιπόν, μ' ένα αγροτικό δίκτυο περίπου γύρω στα 250 χιλιόμετρα και με ζώνες πυρασφάλειας άλλα 250 χιλιόμετρα, αυτά τα χρήματα δεν φτάνουν ούτε για 10 χιλιόμετρα» τονίζει ο δήμαρχος και καταθέτει τους φόβους του για το καλοκαίρι που έρχεται:
«Μέχρι στιγμής, λόγω των καιρικών συνθηκών, η βλάστηση είναι πολύ μεγάλη. Το χορτάρι αυτό τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού θα ξεραθεί και θα γίνει πυριτιδαποθήκη, γι' αυτό πρέπει να κάνουμε σύντομα ενέργειες. Το πιο σημαντικό όμως για μας είναι ένα πυροφυλάκιο που βρίσκεται στην τοποθεσία Ψηλή Παναγιά, απέναντι από την Καρύταινα, το οποίο ελέγχει όχι μόνο το νομό Αρκαδίας αλλά και ένα μέρος των νομών Μεσσηνίας και Ηλείας. Μέχρι σήμερα δεν έχουμε καταφέρει να αποκαταστήσουμε την πρόσβαση από το δρόμο προς το πυροφυλάκιο, που είναι τρία με τέσσερα χιλιόμετρα, γιατί δεν έχουμε χρήματα».
Απ' ό,τι φαίνεται όμως και χρήματα να διέθετε ο δήμος, και πάλι προβλήματα υπάρχουν: Οπως υποστηρίζει ο κ. Μιχόπουλος, πήγε να κάνει διάνοιξη σ' έναν δρόμο τριών μέτρων, μεταξύ Κοτυλίου και Παλάτου, κατόπιν υποδείξεως της Πυροσβεστικής, επειδή κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών μπλόκαραν εκεί τα πυροσβεστικά οχήματα και τον σταμάτησε το δασαρχείο, και μάλιστα με μια απίστευτη καταγγελία. Οτι εκεί γίνεται εξόρυξη πέτρας και ο δήμος πήγε να την πάρει. «Πήγαμε, ξεκινήσαμε, αναθέσαμε σε εργολάβο, κάναμε και περιβαλλοντική μελέτη και όλες τις διαδικασίες που χρειάζονται και έρχεται μια μέρα το δασαρχείο και μου λέει: "Θα πάτε να πάρετε την πέτρα". Σας λέω λοιπόν, ότι εάν πιάσει φωτιά σε εκείνο το σημείο θα πάει μέχρι το Λύκειο Ορος, που το ένα κομμάτι του διεσώθη πέρυσι».
Από πέρυσι, πριν ακόμα εκδηλωθούν οι φωτιές, ο δήμος Γόρτυνος σε συνεργασία με την Πυροσβεστική και την πολιτική προστασία είχαν προτείνει να κατασκευαστούν 4 μεγάλες υδατοδεξαμενές σε πολύ εύκολα σημεία για να μπορούν και τα ελικόπτερα και τα πυροσβετικά να παίρνουν νερό. «Δυστυχώς αυτή η πρόταση δεν εισακούστηκε ούτε πέρυσι, ούτε φέτος, ούτε ποτέ. Είναι η τρίτη φορά που καίγεται η περιοχή μας και σε τέτοιες καταστροφές σημαντικό είναι να υπάρχει ένας πολύ καλός σχεδιασμός. Πιστεύουμε ότι εάν υπήρχαν οι υδατοδεξαμενές θα μπορούσαμε να σταματήσουμε τη φωτιά μέσα στα όρια του νομού Αρκαδίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις τρέχουν πανικόβλητα και τα πυροσβεστικά και τα οχήματα και δεν μπορούν να βρουν από πουθενά νερό. Στερεύουν τα πάντα, κόβεται το ηλεκτρικό ρεύμα, αυτό έγινε και πέρυσι, και γι' αυτόν το λόγο καήκαμε».
.
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 27/05/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: